ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ

Και να’ μαστε , λοιπόν, σ’εκείνο το σημείο, που αποφασίζεις να αποχωριστείς αυτό που ποτέ δεν είχες.

Και δεν υπάρχει κάτι να θρηνήσεις πέρα από άπειρες στιγμές υπομονής και προσμονής. Ώρες που πέρασαν ευχάριστα, μα βασανιστικά, γιατί τα πράγματα δεν ήταν όπως θα ήθελες. Και δεν μπορείς να διαχειριστείς την απώλεια του τίποτα. Κι είναι αντικειμενικά ένα τίποτα, μα για’σένα ίσως ήταν κι ο λόγος που ξυπνούσες το πρωί.

Σε ποιον να το πεις; Τί συμβουλές να ζητήσεις; Μόνο ο εαυτός σου μπορεί να σου πει τί να κάνεις κι αυτός δεν έχει άλλα παραμύθια να σου πουλήσει. Τα ψέμματα τελείωσαν καιρό τώρα κι ας προσπαθούσες να μη το δεις. Έχεις εξαντλήσει όλα τα αποθέματα αισιοδοξίας απαντώντας αρνητικά σε όλα τα ερωτήματα, που έθεσες.

Είσαι σε πένθος. Παράλογο μα κι απολύτως αναμενόμενο. Θες να εκραγείς. Η μόνη λύτρωση είναι να ουρλιάξεις, μα σε ποιον; Ο τοίχος δε θα μπορούσε να είναι πιο απαθής. Και να πεις τί; Όλα αυτά που υπήρξαν..μόνο στο κεφάλι σου;;

Δε το’ χες ποτέ με τα λόγια. Δε το χρειαζόσουν κιόλας, γιατί πάντα κοιτούσες τις πράξεις. Μα πόσες φορές αναρωτιέσαι μήπως κι αυτές δε λένε την αλήθεια; Ξέρεις πολύ καλά , εξάλλου, πόσο θυμό και πίκρα έχεις κρύψει σε χαμόγελα και δυνατά γέλια, σε αδιάφορα βλέμματα και ανύπαρκτες αντιδράσεις..

Μα δε μπορείς να δημιουργείς ελπίδα μόνο με μια υπόθεση. Όχι πια. Τα ”αν” γκρεμίζονται στα βράχια της πραγματικότητας, μαζί κι η καρδιά σου κι εσύ μαζεύεις κομματάκια, που δε θυμάσαι πια πού μπαίνουν.

Πόσο ακόμα; Ακόμα λίγο. Κάθε φορά έδινες μια παράταση. Κι ακόμα μία. Μα πια το κόστος γίνεται αφόρητο. Όλα νεκρώνουν. Από μόνα τους. Ίσως κι αυτά να μη αντέχουν άλλο. Κράτησες στη ζωή κάτι ,που όταν γεννήθηκε δεν προοριζόταν να ζήσει. Κι ίσως ούτε αυτό έχει τη δύναμη πια να παλεύει.

Απογοητεύεσαι. Τόση προσπάθεια για το τίποτα. Κι απορείς που αυτό το τίποτα είχε για’ σένα τόση σημασία… Τώρα θα πρέπει να το χλευάσεις, να του γυρίσεις την πλάτη και ν’ αδιαφορήσεις. Πρέπει να το σκοτώσεις, μα αυτό είναι που πονάει πιο πολύ απ’ο,τιδήποτε. Γιατί αυτό το Τίποτα ήταν ολοδικό σου. Ήταν το μόνο που είχες από το όνειρο, που ποτέ δεν έζησες.

ιστορίες των δρόμων: φοβάμαι για’ σένα

Φοβάμαι πως  χάνεσαι. Κι εγώ δεν ξέρω πώς να σε βοηθήσω. Λιώνεις σιγά σιγά. Έτσι μου είπε κάποιος για’ σένα. Σε σκέφτομαι μόνο. Είναι επιλογή σου λες. Κλειδώθηκες μια μέρα στον εαυτό σου κι από τότε βρίσκεις τρόπους να κλειδώνεις και να ξανακλειδώνεις την ήδη αδιαπέραστη πόρτα σου. Πόσες φορές θα στρίψεις πια το κλειδί;
Θέλω να σε κάνω κομμάτια. Όχι εσένα. Το κελί σου. Θέλω να σε πάρω απ’ το χέρι, να σε τραβήξω στο φως, να κρατήσω το πρόσωπό σου στα χέρια μου και να σου φωνάξω ‘’ΖΗΣΕ. Έλα μαζί μου και ζήσε’’. Κι ας μη ζήσεις στ’ αλήθεια μαζί μου. Αρκεί να μ’ ακολουθήσεις για λίγο. Ίσα για να βαδίσεις ξανά. Ίσα να γυρίσει λιγάκι ο τροχός της ζωής.
Και ξέρω πως δεν μπορώ να σου υποσχεθώ πως θα’ ναι όλα όμορφα. Το ξέρεις καλύτερα από ’μένα πως η ζωή είναι σκληρή. Μα μήπως έτσι δεν είναι για όλους εμάς του κοινούς θνητούς; Όλος ο μόχθος κι η ταλαιπωρία θα’ ναι εκεί για’ σένα, το άγχος θα σε ξεσκίσει και η απογοήτευση θα φωλιάσει μέσα σου και θα σε κατατρώει.
Μα θυμήσου πόσο μπορεί να σε γέμισε η κάθε μικρή δουλειά που έκανες. Το κάθε μικρό ή μεγάλο πράγμα με το οποίο καταπιάστηκες. Θυμήσου πόσες φορές πέρασες καλά με φίλους. Θυμήσου ό,τι ταξίδι έκανες, κάθε ταινία ή τραγούδι που σε ενθουσίασε.
Και σκέψου ότι τίποτα όμορφο δεν ξεφεύγει από την ασχημία. Μα μην απελπίζεσαι γι’ αυτό.  Έτσι θα είναι και δεν θα το αλλάξεις. Αποδέξου το και κάνεις ό,τι μπορείς για να απολαμβάνεις τα όμορφα περισσότερο. Και φτιάξε συνθήκες τέτοιες ώστε να απομακρύνεις τα άσχημα για όσο περισσότερο μπορείς.
Έχεις πληγωθεί, το ξέρω. Μα μην αφήνεσαι. Μην κοιμάσαι. Σε παρακαλώ μην κοιτάς τον καιρό να φεύγει.  Μην εφησυχάζεις στα όνειρα. Θα χαθείς. Και θα ξυπνήσεις όταν οι νύχτες θα’ χουν ξημερώσει κι οι μέρες θα ‘χουν περάσει πια.
Πιάσε το χέρι μου. Δείξε μου λίγη εμπιστοσύνη. Θα σε κρατήσω,  μη φοβηθείς. 
Κλισέ προτροπές; Είναι αυτό που φοβάσαι ν’ ακούσεις. Γι’ αυτό κλείνεσαι. Γι’ αυτό δε θα στα πω ποτέ από κοντά όλα αυτά. Κι όμως εννοώ την κάθε λέξη. Κι έχω τόση αγωνία. ‘’Λιώνει σιγά σιγά’’. Με πλήγωσε τόσο πολύ αυτή η φράση.. Όχι εσύ.  Εσύ αξίζεις τόσα. Το ξέρω. Αντιλαμβάνομαι πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορείς να φανταστείς. Εσύ πρέπει να ανθίσεις. Θα γελούσες αν στα έλεγα αυτά από κοντά. Και διαβάζοντάς το μπορεί να γελάσεις. Μακάρι. Το θέλω.
Θέλω, όμως, και να με πιστέψεις. Ή καλύτερα να πιστέψεις σ’ εσένα.
Πώς να σε ξυπνήσω; Δεν ξέρω τι λόγια να σου πω. Το καμπανάκι του κινδύνου χτυπά σαν δαιμονισμένο.
Φοβάμαι για’ σένα.

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ: ΜΕΤ’ ΕΠΕΙΤΑ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Σ’ ονειρεύτηκα. Ξανά. Σ’ ονειρεύτηκα στο μέλλον, όπως αυτό πρόκειται να συμβεί. Γι’ αυτό και πίστεψα πως ξύπνησα στο μέλλον αυτό,όπου οι μέρες είναι γεμάτες από ‘σένα κι από ‘μένα.
Κι ήταν όμορφο. Κι όχι, μπορεί να το έγραψα λάθος. Οι μέρες δεν θα είναι γεμάτες από  Εμάς. Θα γίνουν όλα στους χώρους και τους χρόνους του ονείρου,μα η πραγματικότητα θα διαφέρει. Δε με νοιάζει.

Όμως, συχνά, σκέφτομαι αυτά που έγιναν κι όσα δεν έγιναν. Σαν να θυμάμαι μια ιστορία πολύ παλιά. Όπως θυμάται κανείς περιστατικά της ζωής του, που τον συγκλόνισαν, μα έχουν περάσει τόσα χρόνια, που η φλόγα των συναισθημάτων, έχει σβήσει μια για πάντα. Μια ”αναίσθητη” ανάμνηση. Μια ουδέτερη καταγραφή. Πόσο γρήγορα μπορούν τα πάντα να χαθούν.. Σε μια στιγμή να νεκρωθούν οι αισθήσεις και να θυμάσαι μόνο ότι ένιωσες κάτι κι αυτό το ”κάτι” να ‘χει για πάντα(;) χαθεί. Πλέον, έχει μείνει η λογική, ν’ αποτελειώνει και να ισοπεδώνει ό,τι υπήρξε. Να το εξευτελίζει και να το αφανίζει. Κι εσύ να χαίρεσαι γιατί ”είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου”. Ναι, τώρα βλέπεις καθαρά, υποκειμενικά. Τώρα κρίνεις σωστά και απομυθοποιείς.

Μα εγώ δεν είχα φτιάξει κάποιο μύθο, το ξέρεις; Ποτέ δεν υπήρξες τίποτα παραπάνω από αυτό που ήσουν. Πόσες και πόσες φορές διαφώνησα μαζί σου, σε λυπήθηκα, ακόμη και σε κορόιδεψα από ‘μέσα μου; Πόσες φορές αναρωτήθηκα τι κάνω εγώ μαζί σου και τι θα μου προσφέρεις εσύ; Και πάντα ήξερα πως δε με νοιάζει. Δεν ήθελα να μου προσφέρεις κάτι, δε με ένοιαζε ποιος είσαι και τι κάνεις κι αν είσαι καλός ή κακός. Ήξερα πως αυτό που είσαι, ήταν αυτό που ήθελα. Αν θα άλλαζες, αν θα βελτιωνόσουν, θα μπορούσα να το εύχομαι, σαν μια στιγμή που χαρούμενος θα μου έλεγες τι κατάφερες κι εγώ θα χαιρόμουν μαζί σου, μα ποτέ ποτέ δε θα στο απαιτούσα. ” Ό,τι θες εσύ”. Γιατί εμένα μου άρεσες εσύ, όπως ήσουν κι όχι όπως σε φανταζόμουν. Δε σε φαντάστηκα ποτέ. Ίσως λιγάκι, πριν να σε γνωρίσω στ’ αλήθεια.

Και το βρίσκω κάπως αστείο, κάπως θλιβερό κι ειρωνικό μαζί, που πάντα ψάχνουμε ανθρώπους να μας δέχονται όπως είμαστε- άραγε πόσους μπορεί να μην έχω καταλάβει;- και επιλέγουμε αυτούς που έχουν ερωτευτεί το ομοίωμα, που έφτιαξαν στο μυαλό τους. Κι έπειτα απογοητεύονται, όταν αρχίζουν να ανακαλύπτουν τον πραγματικό εαυτό και τον βαριούνται και δεν τον αντέχουν. Κι ύστερα θρηνούν το ομοίωμα ή βροντοφωνάζουν χαρούμενοι πως ”είδαν με τι πραγματικά είχαν να κάνουν”. 
Είναι αστείο έτσι; Ή τραγικό;

Και μήπως δεν είναι ακόμη πιο τραγικό που κι εμείς ακόμα αγωνιζόμαστε να γίνουμε το ομοίωμά μας; Θέλουμε, λέει, να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες του άλλου. Αυτές τις προσδοκίες που κραυγάζουν υστερικά ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, ότι αυτό που είμαστε δεν αρέσει στ’ αλήθεια και πρέπει ν’αλλάξουμε. Γιατί; Η αυτοβελτίωση ποτέ δεν ήταν κάτι αθέμιτο ή κακό. Μα μπορεί ν’αγαπηθεί κάποιος ΑΚΡΙΒΩΣ γι’αυτό που ΕΙΝΑΙ; Όχι γι’αυτό που θα μπορούσε ή θα ήθελε κάποιος άλλος ή θα ήταν κοινωνικά αποδεκτό να είναι.

(Νομίζω πως έτσι σε θέλησα)

Η αίσθηση της ματαιότητας καταρρακώνει την αισιοδοξία.Οι προσδοκίες,που ” βοηθούν την εξέλιξη της σχέσης”, μοιάζουν με τοίχους που δεν θα πέσουν ποτέ. Κοινωνικές αντιλήψεις, στερεότυπα, προκαταλήψεις, επιβεβλημένες επιθυμίες, γονεϊκά όνειρα: χιλιάδες μικρά τουβλάκια που θα σε χωρίσουν απ’την αλήθεια. Που όλοι την ψάχνουμε διακαώς, μα χτίζουμε μόνοι μας τους τοίχους που την κρύβουν. Κι έπειτα, απαιτούμε να σκαρφαλώσει κάποιος τις απροσπέλαστες μάντρες μας. Βλάκες, Ανόητοι που χάνουν την ουσία στον αγώνα της αγάπης και της προόδου.

Μπορεί ένας άνθρωπος να αγαπηθεί ΑΚΡΙΒΩΣ γι’αυτό που ΕΙΝΑΙ;
Μπορώ να πω πως έτσι σ’αγάπησα. Και σίγουρα μπορώ να πω πως σ’αγάπησα. Γιατί σε αποδέχτηκα. Γιατί δεν έχτισα τοίχους κι η μοναδική μου επιθυμία ήταν να περνάω τις ώρες μου μαζί σου. Και φυσικά ζητούσα το ίδιο. Δεν είμαι τόσο ανιδιοτελής. Ή, μάλλον, δεν είμαι καθόλου ανιδιοτελής.
”The limt of love is that of needing always an accomplish”. Αυτόν τον τοίχο δεν κατάφερα να μην τον χτίσω. Δε με πειράζει όμως. Ίσως την επόμενη φορά να πάω ένα βήμα παραπέρα.

Με εκπλήσσει το πώς σε σκέφτομαι πλέον..ως μια διδακτική εμπειρία. Ένα κεφάλαιο στην πορεία της αυτοβελτίωσης.
Γι’ αυτό και με εκπλήσσει το πώς σε ονειρεύομαι: δικό μου.

 

 

” ό,τι θες εσύ”- Ξύλινα Σπαθιά
”the limit of love is that of needing always an accomplish”- Spiritual Front,No kisses on the mouth

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ:ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΠΟΥ ΜΑΡΑΘΗΚΕ

Και να πεις πως δεν το ξέρω; Η αδιαφορία σου με κατάντησε κι εμένα αδιάφορη, απαθή. Η απορία, που βασάνιζε το μυαλό μου, έγινε ένα ερωτηματικό ζωγραφισμένο σε χαρτί, που θα πεταχτεί στα σκουπίδια ή θα παραπέσει πίσω απ’το γραφείο. Η αγωνία, που αναστάτωνε το στομάχι μου, είναι μια λίγο αγχωτική ανάμνηση, που θα αντικατασταθεί από ό,τι καινούριο ζήσω. Τα τραγούδια, που με τρυπούσαν σαν καρφιά, πια δεν καταλαβαίνω πότε τελείωσαν. Τα μέρη, που έζησα ώρες ατέλειωτες μαζί σου, είναι ”παλιά στέκια”.
Δεν κατάλαβα πώς η λαχτάρα έγινε βαρεμάρα. Πώς έπεσες στα μάτι μου ξαφνικά. Μέσα σε μια νύχτα. Τίποτα κακό δεν έκανες. Τίποτα καινούριο δεν συνέβη. Ήσουν απλά ο απαράδεκτος εαυτός σου. Κι εγώ έπαψα να δίνω δικαιολογίες. Μήπως γιατί δε σ’αγαπώ πια; Αν στ’ αλήθεια σ’ αγάπησα ποτέ. Μα εγώ σε έβαλα στην καρδιά μου κι εσύ τρελλάθηκες, λες κι ήταν αυτό κάτι φρικτό. Ίσως προσπάθησες κι εσύ. Δεν θα το ξέρω ποτέ. Όμως με ψέμματα και μ’ωραιοποιήσεις μόνο φτιάχνεις ένα χάρτινο λουλούδι, που καμμιά σχέση δεν έχει μ’αυτό που θα φυτέψεις και μ’αγάπη θα φροντίσεις. Κι αν ακόμη το ποτίσεις μια-δυο φορές μ’ όλη σου τη στοργή, θα παραμείνει ένα χάρτινο ομοίωμα, αυτού που θα μπορούσε να ριζώσει, αν στ’ αλήθεια τ’αγαπούσες. Όχι. Με ψέμματα κανείς ποτέ δεν έχτισε κάτι όμορφο.
Βαρέθηκα να περιμένω. Τίποτα δεν έχω κιόλας να χάσω. Τίποτα που να μην μπορώ να ξαναβρώ. Φρόντισες κι έκανες ό,τι καλό έχεις να μοιάζει κοινό κι αντικαταστάσιμο. Ή ίσως ό,τι καλό έχεις να είναι πράγματι κοινό κι, άρα, να μην είσαι τίποτα ιδιαίτερο. Έγινα κακιά; Έχω αποκτήσει έναν κυνισμό τελευταία, που τα ισοπεδώνει όλα. Εξορθολογισμός των καταστάσεων; Ίσως. Και προς εσένα ειδικά έχω μια διάθεση κοροϊδίας, σα να θέλω να πιστέψω όσο πιο βαθειά  γίνεται πως είσαι ένα μηδενικό.
Δε με έχεις πληγώσει. Μ’ έχεις απογοητεύσει. Τα λόγια μου δεν είναι λόγια μιας ραγισμένης καρδιάς, αλλά λόγια ενός κουρασμένου μυαλού. Που γοητεύτηκε από όλα κι απογοητεύτηκε απ’ αυτά. Κι ίσως αυτό να είναι μια πληγή.
Γιατί εγώ σου είχα φυτέψει ένα λουλούδι…

Χίλια ψέμματα και μια αλήθεια

” Έχω ήδη δολοφονηθεί από χίλια ψέμματα.”
Έχω ήδη ουρλιάξει χιλιάδες κραυγές. Ο πόνος στάθηκε για τα καλά πάνω μου.
Απανωτές μαχαιριές από τα λόγια που βγαίνουν απ΄το στόμα μου κι εγώ τ’ακούω με έκπληξη, λες και είναι λόγια κάποιου άλλου κι όχι δικά μου γεννήματα. Αμέτρητες οι τρύπες από τα καρφιά, που τα δικά μου χέρια κάρφωσαν στο κορμί μου, σαν να μην ήταν δική τους συνέχεια αυτός ο λαιμός κι αυτά τα πόδια.
” Έχω ήδη δολοφονηθεί από χίλια ψέμματα.” Δικά μου. Ολόδικά μου. Μικρά αριστουργήματα. Διαμάντια μυθοπλασίας και υποκριτικής τέχνης. Μια ολόκληρη παράλληλη ιστορία. Μια ολόκληρη παράλληλη ζωή. Παραμύθια, όπου όλα εξιδανικεύτηκαν κι όλα χτίστηκαν σε θεμέλια σαθρά. Μα είναι στ’ αλήθεια σαθρό θεμέλιο η σκέψη; Πες το και φαντασία, αν αυτό προτιμάς.
<<Φαντασμένος>>, <<αιθεροβάμων>>. Θα μπορούσε να είναι αυτή η λέξη; Ένας ψίθυρος δυναμώνει στ’ αυτιά μου.<<Ψεύτης!Αυτή είναι η λέξη!>>
Κι είμαι στ’ αλήθεια εγώ αυτό; Είμαι εγώ ο διαστρεβλωτής της αλήθειας; Είμαι εγώ ο δολοφόνος της μαγείας της στιγμής; Της πραγματικής στιγμής.
<<Εσύ το ήξερες>>. Ο ψίθυρος και πάλι δυναμώνει κι η βουή του με πνίγει. Από εμένα τίποτα δεν έμεινε κρυφό. Άλλοι στερήθηκαν αυτό που θα ήθελαν να ξέρουν, μα κι αυτό που δεν θα’ θελαν αλλά ίσως θα ‘πρεπε.
<<Έχω ήδη δολοφονηθεί από χίλια ψέμματα>>. Να ένα ακόμη ψέμα. Ακίνδυνο ωστόσο.
Έχω ήδη δολοφονηθεί από τη μία και μοναδική, ολόδική μου αλήθεια: εγώ το ήξερα.

 

 

<<Έχω ήδη δολοφονηθεί από χίλια ψέμματα>>, στίχος της Τασίας Μήτσου,ποίημα από τη συλλογή ”Μάσκες”

σύντομες σκέψεις ενός πληγωμένου εγωισμού

Στα όνειρά μου όλα είναι διαφορετικά. Στα όνειρά μου όλα είναι όπως δε θα με πλήγωναν. Είναι εκεί η αγάπη και προσοχή. Είναι εκεί η αποδοχή και η υποστήριξη.
Εκεί υπάρχω. Δεν είμαι ένα ψέμα. ‘Η ένας μυστικός περίπατος. Εκεί τα λόγια μου ακούγονται και το βλέμμα μου είναι ορατό. Εκεί είμαι ο άνθρωπος που ”είναι εδώ” κι όχι μια ανάμνηση ή μια προσμονή.
Δεν έπρεπε να πω τίποτα. Το παραμικρό.
Η αξία δοσμένη είναι αξία ξεχασμένη.

Κάποτε θα σε δω στο δρόμο…(από την ζωή των Β. και Β.)

Και λοιπόν σε ξέχασα. Ή μάλλον όχι. Συνήθισα να μη σε σκέφτομαι και να μην πονάω για’ σένα. ”Πονάω”…δεν πόνεσα. Μόνο ένιωσα το κορμί μου να είναι έτοιμο να σπάσει τις νύχτες που κάτι μάθαινα για’ σένα και η κούραση να μην είναι αρκετή να το κοιμίσει. Μόνο να ζαλίζομαι και να ανακατεύεται το στομάχι μου κάθε φορά που με τύλιγε η απελπισία, όταν ένιωθα πως σ’ έχανα. Όταν το’ ξερα καλά πως οι κουβέντες μας θα είναι πια λιγοστές και τα βλέμματα ακόμη πιο λίγα. Γι’ αγγίγματα δε θα μιλήσω.
Τίποτα απ΄αυτά δε νιώθω πια. Πέρασαν οι μήνες κι οι μέρες κι η καρδιά μου χτυπάει πιο αργά.
Όμως, νιώθω ένα μικρό σκίρτημα. Κάθε φορά που αφήνω τη φαντασία μου να σου δείξει το παιδικό μου δωμάτιο, τη θέα απ’το μπαλκόνι μου, τα χρώματα το ξημέρωμα και το δειλινό και τ’ άστρα το βράδυ. Που αφήνω τη φαντασία μου να μας καθίζει σ’ ένα τραπέζι μιας αυλής και να μας τυλίγει η μυρωδιά απ’ το γιασεμί, ενώ στα πόδια σου κάθεται ο σκύλος. Κι ύστερα σ’ ένα κρεββάτι να παίζουμε και να γελάμε κι ύστερα να ξεφεύγουν τα χέρια και τα σώματα κι η καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα. Ξανά. Όταν ακούω τραγούδια που ξέρω πως σ’ αρέσουν και μας ακούω να τραγουδάμε μαζί ή όταν γράφω τραγούδια για ‘σένα και σκέφτομαι πως στα τραγουδάω, ενώ παίζεις εσύ την κιθάρα. Κι όταν βλέπω ταινίες και γελάω μ’ αυτά που ξέρω ότι θα έλεγες.
” Θα έλεγες”. Και το σκίρτημα γίνεται μαχαιριά. Κι η φαντασία γίνεται βλοσυρή. Δεν έχω πια νέα σου και στήνω αυτί, όταν ακούω να μιλούν για’σένα. Στο δρόμο κοιτάζω αλαφιασμένη γύρω μου μήπως σε δω κι η αναστάτωση μου πετρώνει τα πόδια αν δω κάποιον που σου μοιάζει. Σε βλέπω μετά από χρόνια, σε χαιρετώ τυπικά και… και τι; Συνεχίζω το δρόμο μου σαν να μην είδα Εσένα. Εσένα, που ήσουν τα Πάντα και μαζί το Τίποτα, το Φως και το Σκοτάδι, η Αποδοχή και η Απόρριψη.

Κάποτε θα σε δω στο δρόμο. Κάποτε θα σε δω στο δρόμο. Και η καρδιά μου θα χτυπάει αργά.